08/04/2019

Ιατρική κάνναβη

Posted By: Berg Published: 08/04/2019 Times Read: 113


Κάνναβη για φαρμακευτικούς σκοπούς

Μεγάλη συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια γύρω από τη θεραπεία με φαρμακευτική κάνναβη, τις ενδείξεις και τις ανεπιθύμητες ενέργειές της. Οι κλινικές μελέτες πραγματοποιούνται ως επί το πλείστον με συγκεκριμένες ουσίες της κάνναβης οι οποίες πλέον κυκλοφορούν με τη μορφή φαρμακευτικών σκευασμάτων και έχουν συγκεκριμένα συστατικά. Τα πιο γνωστά φάρμακα είναι:

1. Dronabinol®: THC (Tetrahydrocannabinol)

2. Sativex®: THC/CBD (Tetrahydrocannabinol/Cannabidiol σε αναλογία 1:1).

Έτσι η φαρμακευτική χρήση της κάνναβης, που γίνεται με τα παραπάνω σκευάσματα, δεν θα πρέπει να συγχέεται με την κατάχρηση της κάνναβης και των προϊόντων της (συνήθως κάπνισμα), στα οποία υπάρχουν περισσότερες από 400 χημικές ενώσεις και αλκαλοειδή σε μη ελέγξιμη αναλογία και ποσότητα.

Δράση:

Τα αποτελέσματα των κανναβινοειδών οφείλονται κυρίως στην ενεργοποίηση ενδογενών υποδοχέων, των CB1 και CB2. Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί πολλές κλινικές μελέτες με διάφορα κανναβινοειδή ή με παρασκευάσματα φυτών σε διάφορες ιατρικές ενδείξεις. Τα αποτελέσματα των μελετών οδήγησαν στην έγκριση των φαρμάκων που βασίζονται στην κάνναβη όπως το Dronabinol® και το Sativex® σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.

Φαρμακολογία:

Η THC (Tetrahydrocannabinol) είναι η ουσία με την μεγαλύτερη ψυχοτρόπο δράση. Δρα ως αγωνιστής στους υποδοχείς κανναβινοειδών αλλά έχει επίσης επίδραση και σε άλλους υποδοχείς όπως οι υποδοχείς σεροτονίνης. Η CBD (Cannabidiol) έχει αντιεμετικές, νευροπροστατευτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Έχει σύνθετο μηχανισμό δράσης, δρώντας σε περισσότερους του ενός υποδοχείς, χωρίς να έχει όμως αγωνιστική δράση σε υποδοχείς κανναβινοειδών και χωρίς να προκαλεί ψυχοτρόπες δράσεις.

Ενδείξεις

Έγκριση για φαρμακευτική χρήση έχει λάβει το Sativex®  για τη θεραπεία της μετρίου έως σοβαρού βαθμού σπαστικότητας στην πολλαπλή σκλήρυνση. Το Dronabinol® έχει σε διάφορες χώρες έγκριση στη θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου λόγω θεραπείας με αντικαρκινικά φάρμακα, στην θεραπεία παρενεργειών από χημειοθεραπεία και επίσης στην ανορεξία και την καχεξια σε ασθενείς με HIV/AIDS.

Εκτός από τις παραπάνω ενδείξεις στις οποίες τα αποτελέσματα είναι αποδεδειγμένα, μικρότερες κλινικές μελέτες έχουν δείξει κάποια αναλγητικά αποτελέσματα και ειδικά όσον αφορά τον νευροπαθητικό πόνο.

Σπαστικότητα:

Η καλύτερα τεκμηριωμένη ένδειξη της θεραπευτικής κάνναβης είναι η θεραπεία της σπαστικότητας και ειδικότερα σε ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση. Η κλινική μελέτη από τους Novotna et al. το 2011 απέδειξε ότι σχεδόν οι μισοί από τους 572 ασθενείς είχαν καλή απόκριση στο φάρμακο και παρουσίασαν μείωση της σπαστικότητας κατά 20% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Επίσης βελτιώθηκε η συχνότητα των σπασμών και η ποιότητα του ύπνου τους.

Ναυτία/ Έμετος

Εξίσου αποτελεσματικά είναι τα κανναβινοειδή και στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται λόγω χημειοθεραπειών. Μάλιστα αποδείχτηκαν το ίδιο αποτελεσματικά ή ακόμα και αποτελεσματικότερα από τα συμβατικά αντιεμετικά φάρμακα, όπως το Μetoclopramid. Χαμηλές δόσεις Dronabinol μαζί με μοντέρνα αντιεμετικά φάρμακα έχουν αθροιστική αντιεμετική δράση. Σήμερα χρησιμοποιούνται ως εφεδρική επιλογή. 

Ανορεξία/Καχεξία

Όσον αφορά τη θεραπεία της ανορεξίας σε ασθενείς με HIV, όλες οι μελέτες έχουν δείξει ευεργετική επίδραση του Dronabinol αλλά και της κάνναβης που καπνίζεται. Καχεκτικοί ασθενείς με AIDS που έλαβαν χαμηλές δόσεις Dronabinol διατήρησαν το σωματικό τους βάρος, ενώ αυτοί που έλαβαν εικονικό φάρμακο απώλεσαν κατά μέσο όρο 0,4 κιλά σε 2 μήνες. Θετικά ήταν επίσης τα αποτελέσματα των μελετών σε ογκολογικούς ασθενείς αλλά και σε νοσούντες από το νόσο Alzheimer.

Νευροπαθητικός πόνος

Στο χρόνιο νευροπαθητικό πόνο και στον πόνο προκαλούμενο από πολλαπλή σκλήρυνση τα κανναβινοειδή είχαν καλή αποτελεσματικότητα, στον οξύ πόνο αποδείχτηκαν όμως αναποτελεσματικά. Μέχρι στιγμής υπάρχουν θετικά στοιχεία για νευροπαθητικό πόνο που σχετίζεται με HIV, πολλαπλή σκλήρυνση, όγκους, ρευματικά νοσήματα και ινομυαλγία.

Λοιπές ενδείξεις

Λοιπές ενδείξεις αποτελούν οι διαταραχές λειτουργίας ουροδόχου κύστης, τα τικ στο σύνδρομο Tourette και οι δυσκινησίες στη νόσο του Parkinson που σχετίζονται με τη  θεραπεία με Levodopa. Στις υπόλοιπες ενδείξεις τα δεδομένα είναι ανεπαρκή και δεν μπορούν προς το παρόν να αξιολογηθούν.

Παρενέργειες

Το κάπνισμα κάνναβης και τα φάρμακα που περιέχουν αγωνιστές των υποδοχέων των κανναβινοειδών (Sativex, Dronabinol) παρουσιάζουν τις ίδιες περίπου ανεπιθύμητες ενέργειες. Όταν η προσλαμβανόμενη δόση υπερβεί το ψυχοτρόπο κατώφλι εμφανίζονται ποικίλες επιδράσεις όπως χαλάρωση, ευφορία, αύξηση της αισθητικής αντίληψης, δυσφορία, άγχος, πανικός,  διαταραχές αντίληψης του χρόνου, εξασθένιση μνήμης, ελάττωση ψυχοκινητικής και νοητικής απόδοσης. Σε άτομα με σχετική ευπάθεια μπορεί να προκληθεί σχιζοφρενικής ψύχωσης ενώ νεαρά άτομα όταν καταναλώνουν κάνναβη έχουν διπλάσια πιθανότητα να αναπτύξουν σχιζοφρένεια. Μια ήδη υπάρχουσα ψύχωση είναι αντένδειξη της θεραπείας με φαρμακευτική κάνναβη.

Επίσης πιστεύεται ότι η πολύ μεγάλη και μακροχρόνια κατανάλωση κάνναβης μπορεί επιφέρει ανεπανόρθωτη μείωση νοητικών λειτουργιών, ενώ σίγουρο θεωρείται ότι σε νέους, και ιδιαίτερα στην περίοδο της εφηβείας, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Αν και η θεραπεία με φαρμακευτική κάνναβη γίνεται συνήθως σε μικρές και ελεγχόμενες δόσεις, η χρήση της σε μικρές ηλικίες αποφεύγεται.

Σωματικές παρενέργειες περιλαμβάνουν κόπωση, ίλιγγο, ταχυκαρδία, ορθοστατική υπόταση, ξηρότητα στόματος, μειωμένη έκκριση δακρύων, μυϊκή χαλάρωση και αύξηση της όρεξης. Η συστηματική κατανάλωση κάνναβης πιστεύεται ότι επιταχύνει την ηπατική κίρρωση που έχει προκληθεί από ηπατίτιδα C. Περιστατικά με οξύ θάνατο λόγω κατανάλωσης κάνναβης ή λόγω θεραπείας με κανναβινοειδή δεν έχει περιγραφεί, όμως όταν συντρέχουν προδιαθεσικοί παράγοντες, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επιπλοκών, λόγω δράσης των κανναβινοειδών στο κυκλοφορικό σύστημα.

Για πολλές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της φαρμακευτικής κάνναβης αναπτύσσεται ανοχή, ενώ σύνδρομο στέρησης κατά τη διακοπή χρήσης της ιατρικής κάνναβης πρακτικά δεν συναντάται, εν αντιθέσει με το κάπνισμα κάνναβης. Τα συμπτώματα απόσυρσης είναι ανησυχία, ευερεθισότητα, αϋπνία, αυξημένη έφίδρωση και απώλεια όρεξης.

Η ικανότητα οδήγησης μπορεί να επηρεαστεί για το αρχικό στάδιο θεραπείας με κανναβινοειδή ή στη φάση που γίνεται προσαρμογή της δοσολογίας. Όταν εμφανιστεί ανοχή στις ψυχοκινητικές ανεπιθύμητες ενέργειες, μπορεί υπό προϋποθέσεις να επιτραπεί η οδήγηση. 

Η THC μεταβολίζεται στο ήπαρ και μπορεί να προκληθούν αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από τα ίδια ένζυμα. Έτσι η συγκέντρωση στο αίμα μερικών αντιψυχωσικών μπορεί να μειωθεί, ενώ μπορεί να μεταβληθούν οι συγκεντρώσεις αντιρετροϊκών ή αντικαρκινικών φαρμάκων.  Η παράλληλη λήψη και άλλων ψυχοτρόπων ουσιών (αλκοόλ, βενζοδιαζεπίνες) μπορεί να προκαλέσει επιπλέον κόπωση. Αθροιστική δράση μπορεί να υπάρξει με επιπλέον με μυοχαλαρωτικά, αναλγητικά και αντιεμετικά φάρμακα οι οποίες μπορεί να είναι θεμιτές σε χρόνιο νευροπαθητικό πόνο, σπαστικότητα και εμέτους.

Συμπέρασμα

Η θεραπεία ιατρική κάνναβη μπορεί, υπό προυποθέσεις, να αποτελέσει μια πολύ καλή επιλογή σε πλήθος ενδείξεων. Τονίζεται ότι αποτελούν δευτερέυουσα επιλογή, όταν οι συμβατικές θεραπείες είναι ανεπαρκείς ή έχουν αποτύχει, ενώ η επιλογή των ασθενών οφείλει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους, του κινδύνου κατάχρησης και των νομικών προβλημάτων που μπορούν να προκύψουν.

πίσω