Χρόνιος πόνος


Ως χρόνιος πόνος ορίζεται αυτός, που έχει διάρκεια μεγαλύτερη των 3-6 μηνών ή ο πόνος που επανεμφανίζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα (π.χ. χρόνια ημικρανία). Και ενώ ο οξύς πόνος έχει προστατευτικό ή προειδοποιητικό χαρακτήρα και η εμφάνισή του υποδηλώνει τραυματισμό ή οργανική βλάβη, ο χρόνιος πόνος έχει χάσει αυτή τη μορφή και αποτελεί από μόνος του μία ξεχωριστή νόσο. Συνήθως δεν υπάρχει οργανική αιτία ή όταν υπάρχει δεν είναι τέτοια που να εξηγεί την ένταση και τη συχνότητα του πόνου.

Ο χρόνιος πόνος είναι συχνότατη πάθηση. Σύμφωνα με μελέτες εμφανίζεται στο 10% του γενικού πληθυσμού άνω των 14 ετών. Τα 2/3 αυτών των ασθενών δηλώνουν, ότι ο πόνος τους δεν θεραπεύεται ικανοποιητικά, ενώ το 1/3 δηλώνουν, ότι ο πόνος είναι τόσο ισχυρός που δεν είναι πλέον ανεκτός.

Τα αίτια μπορεί να είναι διάφορα όπως:

  • η μακροχρόνια ύπαρξη επώδυνων καταστάσεων, οι οποίες οδηγούν σε ψυχοπαθολογικές διαφοροποιήσεις,
  • η ανεπαρκής θεραπεία του οξέος πόνου,
  • η ακατάλληλη διαχείριση του πόνου και η προσκόλληση σε αυτόν.

Η θεραπεία του χρόνιου πόνου δεν θα πρέπει να είναι ποτέ μονόπλευρη, αφού είναι σχεδόν πάντα καταδικασμένη σε αποτυχία.


 Ο ιατρός που ασχολείται με τον χρόνιο πόνο οφείλει να σχεδιάσει ένα πολυσχιδές-πολυπαραγοντικόθεραπευτικό πλάνο, εξατομικευμένο στις ανάγκες του κάθε ασθενούς. Συνήθως περιλαμβάνει: 

  • φαρμακοθεραπεία με κοινά αναλγητικά, οπιοειδή, αντικαταθλιπτικά, αντιεπιληπτικά, ιατρική κάνναβη κ.α. φάρμακα, 
  • κινησιοθεραπεία με τη μορφή της φαρμακευτικής άσκησης, της φυσιοθεραπείας και της εργοθεραπείας, 
  • ιατρικό βελονισμό ο οποίος είναι πολύ αποτελεσματικός και ασφαλής τρόπος θεραπείας,
  • άλλες μορφές θεραπείας όπως ψυχοθεραπεία, επεμβατικές μέθοδοι, ηλεκτροθεραπεία κ.α.

Σε βαρύτερες περιπτώσεις έχει θέση και η κλειστή αποκατάσταση σε κλινική, όπου μπορεί να παρασχεθεί ολοκληρωμένο πολυπαραγοντικό πρόγραμμα θεραπείας πόνου.

Ο χρόνιος πόνος οφείλει να θεραπεύεται με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ώστε να ξεφύγει ο ασθενής από τον φαύλο κύκλο που προκαλεί η χρονιότητά του. Ακόμα όμως και αν η πλήρης εξάλειψη του πόνου δεν καταστεί εφικτή, η μείωσή του και ο έλεγχος της έντασης του, μπορεί να επιτρέψουν στον ασθενή την επαναφορά στις καθημερινές του δραστηριότητες και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του.